Η ιστορία καλλιέργειας της ελιάς (olea europaea) χάνεται στα βάθη των αιώνων. Η ελιά, η οποία επικράτησε ως σύμβολο ειρήνης, πιστεύεται ότι έκανε την εμφάνισή της στη λεκάνη της Μεσογείου γύρω στη 8η χιλιετία π.Χ. Υπάρχουν έρευνες που εντοπίζουν την καταγωγή του ελαιόδεντρου στην ανατολική Μεσόγειο, όμως η πιθανότερη εκδοχή είναι ότι προέρχεται από την Ελλάδα. Υπάρχουν πέτρινες πλάκες Γραμμικής Β από τη αυλή του παλατιού του Βασιλιά Μίνωα στην Κνωσό που κάνουν αναφορά στο ελαιόδεντρο και χρονολογούνται το 2500 π.Χ.

Αρχαιολογικά στοιχεία, επίσης, δείχνουν ότι υπήρχε παραγωγή ελαιολάδου στην Ελλάδα από το 6000 π.Χ. και στο Ισραήλ από το 4500 π.Χ.

Εκτός από τη διατροφή, το ελαιόλαδο χρησιμοποιήθηκε σε ιερές τελετές, σε ιατρικά  φάρμακα, ως καύσιμο για λάμπες, στην παραγωγή σαπουνιών και προϊόντων φροντίδας του δέρματος. Οι Μινωίτες είχαν υιοθετήσει τη χρήση ελαιόλαδου σε όλες τις θρησκευτικές τελετές τους. Σταδιακά το ελαιόλαδο έγινε το πρωταρχικό προϊόν του Μινωικού πολιτισμού, το οποίο πιστεύεται ότι αποτελούσε σύμβολο πλούτου. Το ελαιόλαδο αποτέλεσε προϊόν ποικίλων χρήσεων και στη Μυκηναϊκή Ελλάδα (1600-1100 π.Χ) και ήταν το κύριο εξαγωγικό προϊόν της εποχής. Ελαιόδεντρα καλλιεργήθηκαν στη Μεσογειακή λεκάνη και κατά τη διάρκεια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με ιστορικές έρευνες η ανατολική Μεσόγειος ήταν ανέκαθεν συνυφασμένη με την καλύτερη ποιότητα ελαιολάδου.

Έχοντας αναγνωριστεί ως ανώτερο σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο ζωικό ή φυτικό λίπος, το ελαιόλαδο επικράτησε με την ελληνική ονομασία που προέρχεται από τη λέξη έλαιον αποτελώντας σημαντική μαρτυρία ότι από την αρχαιότητα οι ελληνικές ποικιλίες ελαιοκάρπου θεωρούνταν ανώτερης ποιότητας για την παραγωγή ελαιόλαδου.